Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λέξεις εικονες και τραγούδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λέξεις εικονες και τραγούδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2017

NOEL




Πέρασε ένας χρόνος , όχι δεν σας ξέχασα ειλικρινά , τα Χριστούγεννα για μένα ομολογώ είναι όλο το χρόνο , ούτε ένα λεπτό λιγότερο !!!! Όμως έγιναν πολλά αυτό τον ένα χρόνο και χρειάστηκε να τρέξω αρκετά και ξεμάκρυνα απο το αγαπημένο μου ιστολογιο , το πανηγύρι μας πάλι δεν θα έλεγα πως το  αμέλησα , έκρινα δεν ξέρω δίκαια ή άδικα πως έκλεισε τον κύκλο του , θα δείξει ...... φέτος έχουμε χρόνο αν χρειαστεί να το προσπαθησουμε πάλι περιμένω τις δικές σας απόψεις !!!

Βρήκα όμως μια γωνιά ξεχωριστη μέσα στην Αθήνα μας , με χριστουγεννιατικο όνομα και χριστουγεννιατικη μυρωδιά ευκαιρία να σας το συστήσω !!!!!!!


http://www.bovary.gr/city/7544/noel-enas-parizianikos-anagennisiakos-kipos-stin-pio-omorfi-stoa-tis-athinas

χιλια φιλια σε ολους και ολες

μου λειψατε

Κάτια




Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Αντε και του χρονου !!!!

τους πλυναμε τους αερισαμε τους λιασαμε αντε τωρα και του χρονου !!!!!!


Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

της Αννας μας η ανταλλαγη υλικων !!!!

της Αννας μας της μιας και μοναδικής η φετινη διοργάνωση  μου χαρισε απιστευτα καλουδια !!!

Ενα πλασμα αγγελικο η Βουλα  !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!! Ντουλαπακι μου σε ευχαριστω !!!




Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

Δωρο στο Χριστό Ελενη Αποστολοπουλου -Χουκ




Εδώ και πολλά χρόνια ο κόσμος γιόρταζε τα Χριστούγεννα με περισσότερη κατάνυξη. Σ’ ένα μακρινό χωριό, λοιπόν, ο παπάς έκανε κάθε χρόνο μια φάτνη στη μέση της εκκλησίας, την παραμονή των Χριστουγέννων.
Οι κάτοικοι πήγαιναν πρώτα πρώτα στην εκκλησία, για ν’ ακούσουν τη θεία λειτουργία, γονάτιζαν κι άναβαν το κεράκι τους μπροστά στη φάτνη. Κάθε κεράκι έπρεπε να σβήσει από μόνο του, λιώνοντας σιγά σιγά, γι’ αυτό γύρω από τη φάτνη ήταν αμέτρητα κεράκια, όσα και οι πιστοί, κι η εκκλησία λαμποκοπούσε κι έφεγγε σαν να ήταν ο ήλιος μέσα της. Όταν η λειτουργία τελείωνε, ο κόσμος πήγαινε στα γύρω κεντράκια, για να φάει και να πιει, να γλεντήσει τη χαρά του για τη γέννηση του Χριστού.



Οι χωριανοί άρχιζαν τις προετοιμασίες για τα Χριστούγεννα εβδομάδες πριν. Οι νοικοκυρές έψηναν κουλούρια, πίτες και γλυκά κι οι άντρες έβαφαν την πλατεία του χωριού, την εκκλησία και τα σπίτια τους. Ο παπάς με τα παιδιά του σχολείου και τους δασκάλους σκάλιζε τα ζώα της φάτνης στο ξύλο, τους τρεις μάγους, τους βοσκούς, το αστέρι, την Παναγία και το Χριστό.
Το βράδυ της παραμονής όλα ήταν έτοιμα κι οι άνθρωποι ντυμένοι τα καλά τους πήγαιναν στην εκκλησιά κι άφηναν μπροστά στη φάτνη ένα δώρο για το Χριστό, ό,τι μπορούσε ο καθένας.



Η Μαρία, που ήταν έξι χρονών, πήγαινε κι αυτή κάθε χρόνο με τους γονείς της στην εκκλησία κρατώντας το καλαθάκι με τα κουλούρια που είχε φτιάξει για το νεογέννητο Χριστό. Εκείνο το χρόνο, όμως, η μητέρα της αρρώστησε, κι ο πατέρας της ταξίδεψε σε μια μεγάλη πόλη για να βρει δουλειά και να τα βγάλει πέρα με τα φάρμακα και τα άλλα έξοδα. Ούτε δραχμή δεν τους περίσσευε, για ν’ αγοράσουν δώρο στο Χριστό.
Πώς να πάει στην εκκλησία η Μαρία με άδεια χέρια;
Την ώρα που χτύπησαν οι καμπάνες, η Μαρία μπήκε δειλά δειλά στην εκκλησία και κρύφτηκε πίσω από μια κολόνα. Δεν ήθελε να τη δει κανείς με τα χέρια αδειανά. Οι άλλοι προσκυνούσαν το Χριστό, άναβαν το κεράκι τους και του πρόσφεραν το δώρο τους.
Εκείνη γονάτισε κοιτάζοντας τη φάτνη από μακριά και ψιθύρισε:
-Αχ, Παναγίτσα μου, φέτος δε θα έρθω στη λειτουργία. Δεν έχω να χαρίσω τίποτε στο παιδί σου που γεννήθηκε. Η μητέρα μου αρρώστησε. Δεν έχουμε καθόλου χρήματα. Θα το εξηγήσεις στο Χριστό γιατί δεν του έφερα δώρο;
Ο κόσμος είχε αρχίσει να ψάλλει μαζί με τον παπά το «Χριστός γεννάται σήμερον». Τα μάτια της Μαρίας θόλωσαν από τα δάκρυα, βγήκε από την κρυψώνα της κι έτρεξε προς το σπίτι της. Δεν είχε κάνει ούτε τρία βήματα, όταν άκουσε πίσω της μια φωνή να τη ρωτάει:
-Γιατί κλαις, κοριτσάκι μου, μια τέτοια χαρούμενη μέρα;
Ήταν μια γριούλα με γλυκό πρόσωπο και μάτια γεμάτα καλοσύνη.
-Κλαίω, γιαγιάκα, γιατί δε μου περισσεύει ούτε μια δεκάρα, για ν’ αγοράσω ένα δώρο στο Χριστό.
-Γι’ αυτό κλαις, Μαρία; Ο Χριστός ευχαριστιέται και μόνο που τον σκέφτεσαι. Και μόνο που τον αγαπάς. Να, κοίταξε εκείνον το θάμνο με τα πράσινα φύλλα. Γιατί δεν κόβεις ένα μπουκέτο να του το πας;
Το κορίτσι σταμάτησε τα κλάματα, έσκυψε, κι άρχισε να κόβει ένα μπουκέτο από κλαδιά. Έκοψε αρκετά, ώσπου η αγκαλιά της δε χωρούσε πια άλλα.
-Φτάνουν αυτά, γιαγιάκα; ρώτησε τη γριούλα κοιτάζοντας πίσω της, αλλά εκείνη είχε εξαφανιστεί.

Η Μαρία με τα κλαδιά στην αγκαλιά της προχώρησε θαρρετά και μπήκε στην εκκλησία μ’ ένα χαμόγελο αγαλλίασης. Όλα έλαμπαν στο φως των κεριών. Ο κόσμος έψελνε με κατάνυξη. Περπάτησε πάνω στο κόκκινο χαλί που απλωνόταν μπροστά στη φάτνη κι απόθεσε το δώρο της.

-Κοιτάτε αυτό το κοριτσάκι, είπε χαμηλόφωνα μια γυναίκα. Φέρνει κλαδιά από θάμνους στο Χριστό. Και μη χειρότερα.
Όταν τελείωσε το τροπάριο ακούστηκαν ψίθυροι στην εκκλησία.
-Κοιτάξτε, κοιτάξτε τα κλαδιά των θάμνων!
Η Μαρία ήταν ακόμα γονατιστή με σταυρωμένα τα χέρια της. Ακούγοντας τις φωνές, σήκωσε το κεφάλι της τρομοκρατημένη και είδε τα κλαδιά, τα δικά της κλαδιά, να έχουν ανθίσει και να έχουν βγάλει κάτι όμορφα κόκκινα λουλούδια που έμοιαζαν με αστέρια.
-Μα τι έγινε;
-Θαύμα!
-Ήτανε θάμνοι κι έβγαλαν λουλούδια!
Ο παπάς και το πλήθος γονάτισαν μπροστά στη φάτνη, δοξολογώντας το Χριστό γι’ αυτό το ανεξήγητο φαινόμενο.





Η γριούλα – ποια να ‘ταν άραγε; – είχε δίκιο. Το δώρο που δίνεται από την καρδιά είναι το πιο αξιόλογο δώρο. Τα φτωχά κλαδάκια ήταν το πιο σημαντικό δώρο που είχε πάρει ο Χριστός εκείνη τη μέρα…
Από τότε, κάθε χρόνο, τις μέρες των Χριστουγέννων, αυτοί οι θάμνοι ανθίζουν με τα αμέτρητα κόκκινα αστράκια τους, κι ο κόσμος τα ονομάζει «λουλούδια των Χριστουγέννων».
Από το μακρινό εκείνο χωριό έφτασαν και στην πατρίδα μας κι ο κόσμος τα ονόμασε «Άστρα του Χριστού».



Της Ελένης Χουκ – Αποστολοπούλου
Από το βιβλίο «Να τα πούμε; Να τα πείτε!»



Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015

Άλλοτε και τώρα της Γαλατειας Γρηγοριαδου -Σουρελη



 Σαν ήμουνα παιδί ονειρευόμουνα, ξύπνια και κοιμισμένη, τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, ολόκληρη η χρονιά, νόμιζε κανένας είχε συμπτυχθεί το ενδιαφέρον σε εκείνο το μαγευτικό δεκαπενθήμερο των Χριστουγέννων και του Αγίου Βασιλείου.

Ο κόσμος δε ζούσε στη σημερινή καταναλωτική κοινωνία. Ήταν ένας κόσμος που έβγαινε από πόλεμο, ζούσε ένα διχασμό, ήταν φτωχός, φοβισμένος, πεινασμένος.

     Δεν ξέραμε τότε από γιορτές γενεθλίων, η ζαχαρένια τούρτα και τα κεράκια στη μέση ήταν άγνωστα σε μας. Τόπι και βέβαια παίζαμε στα δρομάκια που ήταν ήσυχα, νοικοκυρεμένα, με τις αυλές και τα δεντράκια, δεν περνούσαν παρά που και που αυτοκίνητα. Δεν κινδυνεύαμε λοιπόν. Παίζαμε βέβαια τόπι, αλλά το φτιάχναμε εμείς από παλιοκούρελα.
 Το σφιχτοδέναμε με χοντρό σπάγγο και φάνταζε στα μάτια μας τόσο, που καμμιά μπάλλα δερμάτινη δεν φαντάζει στα μάτια των χορτασμένων μπουχτισμένων παιδιών του σήμερα.
    
 Και βέβαια είχαμε κούκλες. Κούκλες, πάλι, από παλιόπανα. Κούκλες που κάποια γιαγιά μας είχε φτιάξει. Γιατί, θεέ μου, είχαμε τότε και γιαγιάδες! Γιαγιάδες που μας κανάκευαν, μας πρόσεχαν, μας έφτιαχναν φανταχτερά παιχνίδια και μας έλεγαν παραμύθια.
     Και βέβαια εύκολο ήτανε με δυο καλάμια να κάνουμε τσιλίκι, με μια κιμωλία τριμμένη να φτιάξουμε τετράγωνα στον ίσιο δρόμο και να παίξουμε κουτσό, ένα σχοινί μπουγάδας βρισκότανε για να το στριφογυρίζουμε και να το πηδάμε.
    
 Αυτά ήταν τα καθημερινά μας παιχνίδια. Γιατί ο αγαπημένος μας Άγιος των παιδιών, ο Άγιος ο μοναδικός Άγιος Βασίλης θα έφερνε το "έξτρα" να πούμε το ονειρεμένο, το φανταστικό, το δώρο το δικό του. Όταν βλέπαμε ένα κουρντιστό τραινάκι -πού τότε τα ηλεκτρονικά!- μια πολύχρωμη σβούρα, μια πραγματική κούκλα στο μεγάλο μαγαζί και θερμοπαρακαλούσαμε να μας τα αγοράσουν, έλεγαν οι μεγάλοι "Υπομονή, θα 'ρθούνε οι γιορτές".
 Αναστενάζαμε, μετρούσαμε τους μήνες, πόσοι μας μένουν μέχρι τότε.
    
 Λοιπόν σαν ήμουν παιδί ονειρευόμουνα ξύπνια και κοιμισμένη τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. 
Η ατμόσφαιρα στο σπίτι είχε τώρα αλλάξει. Ασπρίσματα, καθαρίσματα, γλυκά φτιαγμένα από τη μητέρα, κουραμπιέδες με το αμύγδαλο που σπάζαμε εμείς τα παιδιά, μελομακάρονα που μπροστά στα μάτια μας πέφταν στο πετιμέζι, μυρουδιές...
 Μυρουδιές και αναμονή. Νηστεύαμε, δεν τρώγαμε από τα γλυκά που ετοιμάζονταν. Αναμονή και παραμύθι.
 Γιατί η γιαγιά σαν παραμύθι μας μίλαγε για τα Χριστούγεννα.
    


 Κι ήταν μια σκάλα. Κι επάνω στη σκάλα ανεβοκατέβαιναν Άγγελοι. Μεγάλοι Άγγελοι μ' ασημένια φτερά, μικροί Άγγελοι, με μαλλιά σγουρά μεταξένια. Κοιτάζαμε το μικρό αδελφάκι μας, έτσι είχε τα μαλλιά του σγουρά και μεταξένια. Λες να ήταν ένας τοσοδούλης άγγελος. Και τρα-γουδούσανε και ψέλνανε οι Άγγελοι, συνέχιζε η γιαγιά καθώς πασπάλιζε με άχνη ζάχαρη τους κουραμπιέδες.
    Τι ψέλνανε γιαγιά; ρωτούσαμε.
     Το "επί γης ειρήνη", μας εξηγούσε η γιαγιά.
     Δηλαδή ;
    Να, πως έφερε ο μικρός Χριστούλης την ειρήνη στον κόσμο, εξηγούσε η γιαγιά.
                                             
 Αυτή τη σκάλα των Αγγέλων ονειρευόμουνα, κι άκουγα ολοκάθαρα στ' αυτιά μου το τραγούδι της ειρήνης που έλεγαν οι Άγγελοι.
     Και το άλλο μας έλεγε η γιαγιά :
    - Ο Άγιος Βασίλης δουλεύει όλη τη χρονιά με τους μαστόρους του. Νύχτα-μέρα δουλεύει. Φτιάχνει παιχνίδια για να τα δώσει στα παιδιά. Κι όταν κοντεύουν οι μέρες, τα φορτώνει στο έλκηθρο του, βάζει βαθιά-βαθιά το κόκκινο σκουφί του, φοράει τα μεγάλα και ζεστά του γάντια, τις μαύρες γούνινες μπότες του και ξεκινάει. Τάραντοι δώδεκα και δώδεκα κι άλλοι δώδεκα σέρνουν το βαρυφορτωμένο έλκηθρο του.
     - Φτιάχνει και τη δική μου κούκλα ; Αυτή που θέλω, που περπατάει και μιλάει ; ρώτησα, θυμάμαι, μαγεμένη.
     - Δεν ξέρω αν θα μιλάει ή θα περπατάει, μα σίγουρα σου ετοιμάζει την κούκλα σου, είπε με απόφαση στο τέλος.
   
  Θυμάμαι και νοσταλγώ. Σήμερα δεν υπάρχουν πια γιαγιάδες αυτού του είδους. Οι γιαγιάδες δεν μένουν μαζί μας, είναι μοντέρνες γιαγιάδες, που δεν ξέρουν να μιλούν για τα Χριστούγεννα, για τον Άη Βασίλη. 
Σε πολλά σπίτια δεν κάνουνε πια γλυκά. - Τι να τα κάνεις; Φασαρία είναι. Παίρνεις ένα-δυό κιλά απ' το ζαχαροπλαστείο, ξεμπερδεύεις, στους δρόμους κυκλοφορούν πάρα πολλά αυτοκίνητα, τα παιδιά δεν παίζουν. Βουβά, βλέπουν τηλεόραση. 

  Τα φύλλα των εφημερίδων μιλούν για Χριστούγεννα, άδεια από Χριστό. Η τηλεόραση έχει χορευτικά σώου και ανόητα νούμερα. Τις γιορτινές μέρες δεν τις λένε καν χριστουγεννιάτικες. Η οικογένεια χωρίζει, δε σμίγει. Οι γονείς πάνε εκδρομή. Τα μεγάλα παιδιά πάνε σε "χριστουγεννιάτικα ρεβεγιόν". 
Το λινό τραπεζομάντηλο που έστρωνε η μάνα μου αυτή τη μέρα μένει σαν αντίκα στο συρτάρι. Και η "ειρήνη", μια λέξη-καραμέλα, βρίσκεται ξεκομμένη από τον χορηγό της.
   Σέρνεται στους δρόμους, γράφεται σε πλακάτ, γίνεται σύνθημα, γίνεται το "απολεσθέν" αντικείμενο, γίνεται η παραστρατημένη κόρη, η χωρίς γονιούς, το έκθετο. Και ο "ευρών αμοιφθήσεται!"
    
  Και ο Άη Βασίλης ;


  Εκείνος εξακολουθεί όλη τη χρονιά να φτιάχνει δώρα. Δώρα όμως περίεργα. Δηλαδή, αν κρίνεις από αυτά που γέμισαν την αγορά και τις βιτρίνες, ο Άγιος της αγάπης και της προσφοράς έγινε, ούτε λίγο ούτε πολύ, πολεμοκάπηλος.
 Κατασκευάζει τάνκς, στρατιωτάκια, πυραύλους, πιστόλια. Τα πολεμικά παιχνίδια τα χρεώνουμε στον Άη Βασίλη κι αυτός θαρθεί το τελευταίο βράδυ του χρόνου, θα φιλήσει το κάθε παιδί και θα του ψιθυρίσει:
     - Καλή χρονιά, παιδί μου! Η ατομική βόμβα που βλέπεις είναι δική σου.
    
   Λοιπόν, σαν ήμουνα παιδί, ονειρευόμουνα, ξύπνια και κοιμισμένη, τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Τώρα θέλω να κλείνω τα μάτια μου και να ονειρεύομαι πως έπαιζα με κείνη την πάνινη μπάλα μου, πως γύριζα για να δω το σωρό με τους άσπρους κουραμπιέδες, να μυρίσω τις ευωδιές που πλημμυρίζουν όλα τα μέρη του σπιτιού, ν' ακούσω τη γιαγιά:
     - Κι ήταν μια σκάλα. Μια χρυσή, ολόχρυση σκάλα. Κι επάνω της ανεβοκατέβαιναν Άγγελοι μ' ασημένια φτερά.
    
  Χριστούγεννα με Χριστό ποθώ τώρα να βρω μέσα στα όνειρα μου. Και τον Άη Βασίλη να ετοιμάζει για μένα μια κούκλα. 
Να μη μιλά, να μην περπατά, δεν πειράζει. Μια κούκλα που θα χαμογελάει. Μια κούκλα χωρίς το κομμωτήριο της ή τον... φίλο της.
                                                                                                  

         Της Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη

Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

τα κοκκινα παπουτσια των χριστουγεννων

αν και παντοτε συνδύαζα τα κοκκινα παπουτσακι με το πασχαλινο δωρο της μοναδικης νονας μου εφτασε η στιγμη που σε ενα γραμμα στον Αγιο Βασίλη , η Μαρια Αριαδνη μου , καποια χρονια ζητησε εκεινα τα μοναδικα αστραφτερα κοκκινα παπουτσακια που φορουσε η Ντοροθυ ,το κοριτσακι στον μαγο του ΟΖ . Αμεσως πλην σαφως προσδιοριστηκαν κοκκινα τα παπαουτσακι των χριστουγεννων . Φανταζομαι πως ολοι σας θα εχετε καποια ιστορια με κοκκινα παπουτσακια .... σας φιλω

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

j Beever χριστουγεννιατικα εργα

ο ζωγραφος του δρομου μας μαγευει





Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

μικροι καλλαντιστές








Θυμήθηκα τις προάλλες παλιές χριστουγεννιατικες ιστορίες , αφηγήσεις των πατεράδων και των παππούδων μας για τα πεσκέσια στα κάλαντα που τις περισσότερες φορές ήταν γλυκίσματα , πορτοκάλια , καρύδια,  κάστανα ,  σταφίδες , σπανιότερα κανένα νόμισμα , και τούς μικρούς καλλαντιστές να κατακτούν για λίγο και με τόσα λίγα την ευτυχία






Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Βάζο απο τη καλλίτερη ζωγράφο του ANTHOMELI

Σας παρουσιάζω ένα καταπληκτικά ζωγραφιμένο Βάζο που η KATHY απο  το ανθομέλι 

Θαυμάστε το είναι έργο χειρός  της κόρης της , ψάξτε και σεις σε κάποια γωνίτσα θα βρέιτε έργα δικά σας απο παλιά ή των παιδιών σας στολίστε τα είναι τα ομορφοτερα στολίδια  .
Να την χάιρεσαι κοριτσάκι μου !!!!

               

Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

χριστουγεννα

μια κάρτα γεμάτη φαντασία

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

Δοκιμάζοντας το κουστούμι του Αη Βασίλη

Και ενώ ο Αη Βασίλης προσπαθεί να οργανωθεί και να προκάμει τις δουλειές του κάποιοι επιτήδειοι τύποι δοκιμάζουν το κουστούμι του και εποφθαλμιούν την θέση του !!!!!!!!!!!





                   μπορείτε λοιπόν τώρα να βγάλατε και τα δικά σας συμπεράσματα !!!!!!!!

Τρίτη 19 Απριλίου 2011

πέρασε καιρός

όλοι γιορτάζουν γύρω μας το Πάσχα
και γω για να μην ξεχνιόμαστε ,ούτε λεπτό , ούτε  στιγμή ,
μέσα σε ένα κόσμο φτιαγμένο απο υλικά ονείρου γιορτάζω τα Χριστούγεννα

με μικρούς Χριστούληδες  νιογέννητους σε αχυρένιες φάτνες .....


                                                         φώτα , γιρλάντες και λαμπιόνια


                                                                            κάρτες  και καρτούλες

                                                     στολίδια και στολίσματα

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

ενα ακόμη τραγούδι



Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

χριστούγεννα σημαίνει Παπαδιαμάντης , Νικηφόρος Λυτρας , Ιακωβίδης !!!


........Ὅταν οἱ γείτονες τῆς θειὰ Κυρατσῶς τῆς Μιχάλαινας ἐξύπνησαν μετὰ τὰ μεσάνυκτα διὰ νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, τῆς ὁποίας οἱ κώδωνες ἐκλάγγαζαν θορυβωδῶς, πόσον ἐξεπλάγησαν ἰδόντες τὴν οἰκίαν τῆς πτωχῆς χήρας, ἐκεῖ ὅπου δὲν ἐδέχοντο τὰ παιδία νὰ τραγουδήσουν τὰ Χριστούγεννα, ἀλλὰ τὰ ἀπέπεμπον μὲ τὰς φράσεις «δὲν ἔχουμε κανένα» καὶ «τί θὰ τραγουδῆστε ἀπό μας;» κατάφωτον, μὲ ὅλα τὰ παραθυρόφυλλα ἀνοικτὰ (...)

Τί τρέχει; Τί συμβαίνει; Δὲν ἤργησαν νὰ πληροφορηθοῦσιν (...) Ὁ ξενιτευμένος γαμβρός, ἀπὸ εἰκοσαετίας ἀπών, ἀπὸ δεκαετίας μὴ ἀφήσας που ἴχνη (...) εἶχε γυρίσει πολλὰ μέρη εἰς τὸν Νέον Κόσμον, εἶχεν ἐργασθεῖ ὡς ὑπεργολάβος εἰς μεταλλεῖα καὶ ὡς ἐπιστάτης εἰς φυτείας κι᾿ ἐπανῆλθε μὲ χιλιάδας τινας ταλλήρων εἰς τὸν τόπον τῆς γεννήσεώς του, ὅπου ἐπανεῦρεν ἠλικιωθείσαν, ἀλλ᾿ ἀκμαίαν ἀκόμη τὴν πιστήν του μνηστήν..



Μετὰ τρεῖς ἡμέρας, τὴν Κυριακὴ μετὰ τὴν Χριστοῦ γέννησιν, ἐτελοῦντο ἐν πάσῃ χαρᾷ καὶ σεμνότητα οἱ γάμοι τοῦ Ἰωάννου Εὐσταθίου Μοθωνιοῦ μετὰ τῆς Μελαχροινῆς Κουμπουρτζῆ.



Ἡ θειὰ Κυρατσώ, μετὰ τόσα ἔτη, ἐφόρεσεν ἐπὶ ὀλίγας στιγμὰς χρωματιστὴν πολίτικην μανδήλαν, διὰ ν᾿ ἀσπασθῇ τὰ στέφανα. Καὶ τὴν παραμονὴν τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, τὸ ἑσπέρας ἱσταμένη εἰς τὸν ἐξώστην ἠκούσθη φωνοῦσα πρὸς τοὺς διερχομένους ὁμίλους τῶν παίδων:

- Ἐλᾶτε, παιδιά, νὰ τραγδῆστε!........